Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2016

Επιστροφή του εβραϊκού ζητήματος;



Αναρτήθηκε από tempscritiques

 http://blog.tempscritiques.net/archives/1591
 
Μετά το φυλλάδιο μας Στο τυφλό σημείο της 13ης Νοεμβρίου (Δεκέμβριος 2015), κοινοποιούμε αυτήν την ανταλλαγή που πραγματεύεται το θέμα της σχέσης του «εβραϊκού ζητήματος» με το κράτος του Ισραήλ. Η σχέση των επιθέσεων της 13ης Νοεμβρίου και των αναλύσεών μας μπορεί να φαίνεται μικρή, αλλά δεν είναι. Η ανάλυσή μας για την επανάσταση του κεφαλαίου μας έφερε στην πραγματικότητα αντιμέτωπους με τα ρεύματα που συνεχίζουν να θεωρούν τον αμερικανικό αντι- ιμπεριαλισμό και τον ισραηλινό Σιωνισμό, αλλά και την κριτική της χρηματιστικοποίησης τους κύριους άξονες της κριτικής του καπιταλισμού, με τον κίνδυνο ενός περισσότερο ή λιγότερο συγκεκαλυμμένου ακροαριστερού αντισημιτισμού. Το ότι το «εβραϊκό ζήτημα» ανακάμπτει σήμερα δεν είναι ανεξάρτητο από τον τρόπο που είχε αντιμετωπιστεί από τον Μαρξ στην εποχή του. Οι τελευταία ανταλλαγή καλύπτει αυτό το σημείο που θα αναπτυχθεί αργότερα σε ένα κείμενο ή ένα συγκεκριμένο βιβλίο σχετικά με το ευρύτερο ζήτημα της βιωσιμότητας των θρησκευτικών μορφών.


27/03/2015

επιστολή του Ph.Bourrinet


Αγαπητέ Ζακ,


Σας στέλνω για παν ενδεχόμενο το μήνυμα απόκρισης του Pierre C Γ, πρώην μέλους της Programme communiste. Η γνώμη του δεν είναι ίδια:


Ανάμεσα στα κείμενα που δημοσιεύθηκαν για την περίπτωση του Σαρλί, το κείμενο του Shlomo Sand δεν είμαι Charlie είναι πραγματικά ένα από τα καλύτερα και δεν είναι μια έκπληξη, διότι αποτελεί συνέχεια των προηγούμενων θέσεών του (όπως το περίφημο «πώς ο εβραϊκός λαός εφευρέθηκε» που αναπαράγει και διευρύνει χωρίς να το αναφέρει το «η μαρξιστική αντίληψη του εβραϊκού ζητήματος» του Abraham Leon).


Ο Shlomo που είχε περάσει από την Μασσαλία στα τέλη του 2012 (σε κατάμεστη αίθουσα στα νομαρχιακά αρχεία παρά τις απειλές από την τοπική CRIF) δεν κατήγγειλε μόνο όλες τις μορφές ιμπεριαλισμού, δήλωσε επίσης την πλήρη αλληλεγγύη του προς τον παλαιστινιακό λαό. Μπράβο σε αυτόν και σε όλους τους ισραηλινούς αντιπολιτευόμενους (τον Ilan Pape, τους δημοσιογράφους της Haaretz μεταξύ άλλων) οι οποίοι σε ένα πολύ δύσκολο πλαίσιο δεν φοβούνται να αντιταχθούν στο δικό τους κράτος. Δεν βλέπουμε κάτι τέτοιο στη Γαλλία! Η Γαλλία, η οποία είναι η μόνη χώρα στον κόσμο που απαγορεύει τις φιλοπαλαιστινιακές διαδηλώσεις (ακόμα και στο Ισραήλ είχαν εγκριθεί!).


Ο Shlomo είναι επίσης γνωστός για το λεπτό χιούμορ του. Παραθέτω μερικά κομμάτια που θυμάμαι από την διάλεξη τον Μάρτιο:


«Η κύρια διαφορά μεταξύ του δεξιού και του αριστερού σιωνιστή, είναι ότι για τον δεξιό ο Θεός δεν είναι νεκρός, ενώ για τον αριστερό ο Θεός είναι νεκρός, αλλά πριν πεθάνει τους υποσχέθηκε τη γη του Ισραήλ."


«Όταν άρχισα να επικρίνω την εθνική οικοδόμηση του Ισραήλ από τον Σιωνισμό, οι Σιωνιστές με κατηγόρησαν ότι θέτω υπό αμφισβήτηση το σύνολο της πολιτικής του Ισραήλ στη Μέση Ανατολή. Αυτοί οι άνθρωποι είναι εντελώς ανόητοι, γιατί ακόμα και όταν ήμουν Σιωνιστής, δεν μπόρεσα να βρω φυσιολογικό αυτό που υφίσταντο οι Παλαιστίνιοι. "


"Ένα από τα ευρήματα της έρευνάς μου ήταν να διαπιστώσω ότι οι μόνοι αληθινοί Εβραίοι ήταν πιθανώς οι Παλαιστίνιοι. Αλλά προτίμησα να μην προχωρήσω περαιτέρω, εξ ου οι νεαροί Παλαιστίνιοι παίζουν τους παλιούς Εβραίους! ".


"Τέλος, θα μιλήσω για τους Ισραηλινούς που διαπιστώνουν ότι υπάρχουν πάρα πολλοί Άραβες στο Ισραήλ. Τους λέω, αν δεν είστε ευχαριστημένοι, τότε φύγετε και πηγαίνετε να καθίσετε στη Μασσαλία! "(βροντή από χειροκροτήματα ).


Δικός σου.


Pierre

Επιστολή στον Ph.Bourrinet


Φιλίπ,

Το λάθος σου στην ημερομηνία (1915 αντί για 2015) θα ήταν πολύ αποκαλυπτικό για ένα ψυχαναλυτή. Ωστόσο, δεν θα σε ωφελήσει να αναλύσεις τους γεωπολιτικούς μετασχηματισμούς που έχουν μικρή σχέση με την περίοδο του ιμπεριαλισμού. Και ακόμα κι αν τοποθετηθούμε σε αυτό το πλαίσιο ο Sand δεν είπε λέξη για τον Κινέζικό, Σαουδαραβικό, Ιρανικό και ρωσικό «ιμπεριαλισμό». Όπως και στις ημέρες του Ψυχρού Πολέμου έχει επιλέξει το στρατόπεδό του: το αντιδυτικό όπως αυτοί που παλαιότερα επέλεγαν το σοβιετικό. Μην μου πείτε ότι τα άτομα μέλη της ομολογουμένως διασπασμένης κομμουνιστικής αριστεράς έχουν επιλέξει το ίδιο;


Όσο για την εκτίμηση του για τα γεγονότα γύρω από το Σαρλί είναι κοινότοπα αριστερίστικα: Το Ισλάμ είναι η θρησκεία των φτωχών. Δεν πρέπει να απελπίζουμε τους "φτωχούς" σήμερα, όπως δεν έπρεπε να απελπίζουμε τους Μπιλανκούρ χθες. «Πρέπει επομένως να είμαστε πολύ προσεκτικοί», όπως είπε ο Sand, όταν ασκούμε κριτική στην θρησκεία των κυριαρχούμενων. Αποδέχεται έτσι ότι η θρησκεία μπορεί να αντιπροσωπεύει μόνο τους κυριαρχούμενους, αγνοώντας ότι αυτή χρηματοδοτείται από τους κυρίαρχους (Σαουδική Αραβία, Κατάρ, Κουβέιτ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και το Ιράν, κράτη που τα βλέπει ίσως ως «προλετάρια-έθνη» για να χρησιμοποιήσω έναν όρο του τριτοκοσμισμού των δεκαετιών  1960-1970, αποδέχεται επίσης το γεγονός ότι είναι η μόνη θρησκεία των φτωχών ξεχνώντας όλες τις χώρες (στη νότια Αμερική και την Αφρική), όπου τον ρόλο αυτό έχει ο Χριστιανισμός.


Είμαι επίσης έκπληκτος που ο Sand κολλάει παντού σήμερα. Είναι επειδή είναι Ισραηλινός και δικαιούται να μιλά γι 'αυτό το ζήτημα περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο, ο αντιεθνικισμός του, έτσι έχει μεγαλύτερη αξία από ό, τι οποιουδήποτε άλλου;

Όσο για τη σύγκριση του μεταξύ του "Είμαι Σαρλί» και «είμαι Dieudonné», φαίνεται απλά γελοία.

Σε ένα παραπλήσιο θέμα και για την θέση του P. Stamboul, ηγέτη της UJFP (Ένωση των Εβραίων στη Γαλλία για την Ειρήνη) σου επισυνάπτω ένα από τα πρόσφατα άρθρα του με τίτλο "Το Ισραήλ εναντίον των Εβραίων."


φιλικά

JW
Σύνδεσμος vers Israël contre les Juifs του Pierre Stambul στο σάιτ της lUJFP.


Καλησπέρα σε όλους,


Το κείμενο του Pierre Stambul που πέρασε ο Georges (στον κατάλογο «soubis») δεν φαίνεται να έχει προκαλέσει αντίδραση. Ως εκ τούτου, παίρνω την ευθύνη έστω κι αν το θέμα δεν είναι άμεσα στην ημερήσια διάταξη της επόμενης συνεδρίασης, επειδή αισθάνομαι βαθύτατα τον επείγοντα χαρακτήρα της παρέμβασης σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς.


Το κείμενο του Stambul μου φαίνεται αρκετά εμβληματικό των σημερινών θέσεων της Κομμουνιστικής Λίγκας που έγινε NPA και γενικά των αντιιμπεριαλιστικών θέσεων. Αφού υποστήριξαν εναλλακτικά την ύπαρξη ενός ενιαίου δι-εθνικού παλαιστινιακού κράτους και στην συνέχεια δύο κρατών, αυτές οι οργανώσεις και άλλες, ακόμα και στον ελευθεριακό χώρο, αυτό που είναι νέο, είναι ότι έχουν φτάσει να δεχτούν, τουλάχιστον σιωπηρώς, την ιδέα μιας πιθανότητας κατάργησης (καταστροφής;) του κράτους του Ισραήλ. Μια τοποθέτηση κάθε άλλο παρά μοναδικότητα της Γαλλίας, όπως μπορούμε να δούμε στην Αγγλία, όπου ο τροτσκισμός είναι πιο εδραιωμένος από τη Γαλλία και του οποίου κάποια κομμάτια έχουν περάσει από τις συμμαχίες με μουσουλμανικές θρησκευτικές οργανώσεις σε αντισημιτικές θέσεις. Ομοίως στην Ολλανδία. Γι αυτές τις δύο χώρες ανατρέξτε στα κείμενα του περιοδικού NPNF.


Παρόμοια είναι και η περίπτωση της Γερμανίας και στο βαθμό που αναπτύχθηκε ένα αντι-γερμανικό κίνημα με αφετηρία την επανένωση της Γερμανίας ενάντια σ’ ένα αντιιμπεριαλιστικό πλαίσιο με αντισημιτική χροιά και σε κάθε περίπτωση θεμελιωδώς αντισιωνιστικό. Δεν πρόκειται εδώ να επανοικειοποιηθούμε τα στοιχεία αυτού του ρεύματος, ακόμα και αν ένας από τους ηγέτες του (ο Jochen Bruhn) έγραψε στα τεύχη 2 και 3 του Temps critiques σχετικά με το ζήτημα του ένοπλου αγώνα στη Γερμανία (είναι επίσης αλήθεια ότι μια ομάδα όπως τα «Επαναστατικά κύτταρα» έφτασε, στις δράσεις της, να διαχωρίσει τους Εβραίους μεταξύ των ομήρων), αλλά να εκτιμήσουμε την έκταση του φαινομένου.

Αλλά επιστρέφουμε στον αντικρατισμό του Stamboul. Θα μπορούσε να εξηγηθεί από τις ελευθεριακές επιρροές (έγραψε μια συλλογή κειμένων σχετικά με το θέμα στο Acratie), αλλά η ουσία δεν είναι εκεί. Ο αντικρατισμός του δεν είναι εμπνευσμένος από το "ούτε Θεός ούτε Αφέντης" που ισχύει για όλα τα κράτη ανεξαιρέτως απ’ όσο ξέρω, αλλά απευθύνεται μόνο σ’ αυτό το ένα κράτος (και υποτίθεται το «Μεγάλο Σατανά» ) απαλλάσσοντας έτσι τους ιορδανούς, αιγύπτιους, λιβανέζους, σύριους και άλλους ιρακινούς ηγέτες και σήμερα τους παλαιστίνιους, όπως και τις χώρες του Κόλπου από κάθε ευθύνη για το παλαιστινιακό "ζήτημα" και τη συνεχιζόμενη αποδυνάμωση της οργάνωσης της Παλαιστινιακής αντίστασης που προκαλείται από διάφορες δημόσιες καταστολές ( "Μαύρος Σεπτέμβρης") και τη δράση των μυστικών υπηρεσιών των χωρών αυτών, και μέσω της βοήθειας προς τις οργανώσεις ισλαμιστών από τις αραβικές χώρες και το Ιράν, που μετέτρεψε τους στόχους ενός εθνικού αγώνα επομένως κοσμικού και υποστηριζόμενου από τους ηγέτες τόσο των χριστιανών όσο και των μουσουλμάνων σε κοινοτιστική σύγκρουση (βλέπε για παράδειγμα την σύλληψη και τον βασανισμό νέου παλαιστίνιου για την δημόσια εκδήλωση της κοσμικότητάς του, υπό τις διαταγές της Παλαιστινιακής Αρχής και τώρα πρόσφυγα στη Γαλλία όπου έχει μόλις γράψει ένα βιβλίο για τις παλαιστινιακές φυλακές εξίσου φιλόξενες με τις ισραηλινές!). Οι Ισραηλινοί πολιτικοί και οι μυστικές τους υπηρεσίες, δεν έχουν αφήσει στην τύχη την υπόθεση παίζοντας με την Χαμάς εναντίον του ΟΑΠ.


Σημειώστε ότι σε αυτό το κείμενο, ή μάλλον τη μελέτη που εκπονήθηκε από τον Stamboul, τα πάντα χρεώνονται στο Ισραήλ ή / και στον Σιωνισμό που ευθύνονται για τα πάντα ... συμπεριλαμβανομένου του αντισημιτισμού και ακόμα ότι ο σιωνισμός είχε συνάψει σύμφωνο με τον Χίτλερ (τίποτα αντιθέτως για τον Μεγάλο Μουφτή του Καΐρου που υποστήριζε ανοιχτά τους Ναζί).


Μια φράση συμπτωματική προς το τέλος: "Για να δημιουργηθεί ο νέος ισραηλινός, έπρεπε να "σκοτωθεί ο Εβραίος», αυτός που πίστευε ότι η χειραφέτησή του περνά από εκείνη της ανθρωπότητας." Απηχεί τόσο μια παράλογη νοσταλγία (όλοι οι Εβραίοι της Ανατολικής Ευρώπης δεν ήταν bundistes (σ.μ. Εβραϊκό κοσμικό σοσιαλιστικό κινήμα) και ούτως ή άλλως οι bundistes έγιναν, στην πορεία της ιστορίας και των αντιξοοτήτων, πιο μετριοπαθείς και δεν επιθυμούσαν πλέον απαραίτητα την «χειραφέτηση της ανθρωπότητας») και μια ενδοκοινοτική μνησικακία: ως εάν ο θάνατος της γίντις και των ομιλούντων γίντις να οφειλόταν στους σιωνιστές Εβραϊστές ...Το κείμενό του ψαρεύει επίσης από τις διάφορες σιωπές του για τον μουσουλμανικό αντι-Ιουδαϊσμό αιώνων, για την αντίφαση μεταξύ της αφομοίωσης των Εβραίων της Ευρώπης και της ανθεκτικότητας του μαχητικού αντισημιτισμού και στην συνέχεια γενοκτονικού, κ.λπ.

Όπως και ο Hazan με άλλο τρόπο, αυτός ο ηγέτης του UJFP προσπάθησε να κερδίσει τους διανοούμενους "γάλλους επαναστάτες Εβραίους" για τον Σκοπό του. Δεδομένου ότι υπάρχει δεξιά ταυτότητα στην «εβραϊκή κοινότητα», πιστεύει ότι είναι χρήσιμο να δημιουργηθεί μια ενοποιημένη ταυτότητα αντιιμπεριαλιστική και αντισιωνιστική διαμορφωμένη από τους Εβραίους της άκρας αριστεράς που έχουν γίνει σήμερα ισχνή μειοψηφία. Προσπάθεια εντελώς τεχνητή, αδύναμη και μια απλή νοσταλγία για τις ημέρες των Μαρξ, Τρότσκι, Φρόιντ, Arendt, Adorno, των μεγάλων προσωπικοτήτων της εβραϊκής διανόησης.


Αυτός ο υφέρπων ελιτισμός που δίνει την εντύπωση ότι όλοι οι Εβραίοι είναι πάντα μεγάλοι διανοούμενοι και αριστεροί διανοούμενοι, μια ιδέα που διαψεύδεται από τα ίδια τα γεγονότα κατά την εποχή της yiddishland, πόσο μάλλον σήμερα, είναι επίσης σύμπτωμα της κοινωνικής του θέσης και του στάτους του ως αληθινού Εβραίου του "εκλεκτού λαού". Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να σκεφτεί ότι οι Εβραίοι μπορεί να είναι κυριαρχούμενοι γιατί μειώθηκαν σε μια ασήμαντη μειονότητα στις περισσότερες χώρες και ως εκ τούτου είναι και πάλι οι αποδιοπομπαίοι τράγοι και, επομένως, τα θύματα του ρατσισμού. Για αυτόν ένας κυριαρχούμενος είναι ένας μουσουλμάνος (το λέει με σαφήνεια στο κείμενο του) και επομένως δεν μπορεί να είναι Εβραίος. Για να υπερασπιστεί τον πολιτικό σκοπό του πέφτει στην ίδια παγίδα με τον Μαρξ ουσιοποιόντας τον Εβραίο συγχέοντας αρχικά την θρησκεία με τον λαό (λογικό για τον Sand καθώς ο εβραϊκός λαός εφευρέθηκε, αλλά ασυνεπές για τον Stamboul, καθώς αν δεν υπάρχει εβραϊκός λαός γιατί οι κοσμικοί και «επαναστάτες» "Εβραίοι", θα πάρουν συγκεκριμένη θέση για το θέμα αυτό;) και, στη συνέχεια, αντλώντας το συμπέρασμα ότι ο Εβραίος είναι το χρήμα. Ένα συμπέρασμα που ο Fofana δεν έβγαλε από το μυαλό του,  στο προάστιό του, όταν απήγαγε και στη συνέχεια εκτέλεσε τον Halimi.


Επιπλέον, όλη η εξέλιξη του κειμένου του, είναι ασυνεπής, αν όλοι οι Εβραίοι, επειδή οι Εβραίοι και όχι μόνο το Ισραήλ είναι στο στρατόπεδο των κυρίαρχων, το γεγονός του να είναι κάποιος διανοούμενος / επαναστάτης Εβραίος δεν τον θέτει στο στρατόπεδο των κυριαρχούμενων αλλά απλά και οριακά στο στρατόπεδο εκείνων που αγωνίζονται ενάντια στην κυριαρχία.


JW

Την 04/02/2015


Philippe,

Καθώς διάβαζα τον Χέγκελ και τον Μαρξ τους τελευταίους μήνες στο πλαίσιο της αλληλογραφίας στο blog μας με αφορμή το ζήτημα της ορθολογικότητας και στην πορεία έπεσα πάνω σε αποσπάσματα του Μαρξ για τη θρησκεία, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας αυτές τις σκέψεις.


Ξέρετε το απόσπασμα της Κριτικής της Φιλοσοφίας του Δικαίου του Χέγκελ (p.49-50, Spartacus): " Η θρησκευτική καχεξία είναι, κατά ένα μέρος, η έκφραση της πραγματικής καχεξίας και, κατά ένα άλλο, η διαμαρτυρία ενάντια στην πραγματική καχεξία. Η θρησκεία είναι ο στεναγμός του καταπιεζόμενου πλάσματος, η θαλπωρή ενός άκαρδου κόσμου, είναι το πνεύμα ενός κόσμου απ’ όπου το πνεύμα έχει λείψει. Η θρησκεία είναι το όπιο του λάου. Η κατάργηση της θρησκείας ως απατηλής ευτυχίας του ανθρώπου είναι η προϋπόθεση για την πραγματική ευτυχία του. "


Ως εκ τούτου, πρέπει να κατανοήσουμε το ρόλο της θρησκείας για τα άτομα που ζουν σε άθλιες κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες. Αυτό συμβαίνει σε πολλούς μετανάστες, αλλά όχι μόνο, σε ολόκληρο τον πλανήτη.


Όμως αυτό αξίζει πολλά σχόλια:


Ο Μαρξ δεν λέει μόνο ότι χρειάζεται δούμε και να καταλάβουμε, λέει ότι πρέπει να κάνουμε κριτική αυτής της θρησκείας. Δεν λέει ότι «θα πρέπει να είμαστε προσεκτικοί", δεν λέει ότι πρέπει να αντιμετωπίσουμε με σεβασμό τις πεποιθήσεις των φτωχών. Δεν αναφέρει ότι υπάρχουν καλύτερες ή λιγότερο χειρότερες θρησκείες (αν και στο εβραϊκό ζήτημα ... και με γενικό τρόπο η «προτίμησή» του πάει προς τον Προτεσταντισμό, στην πραγματικότητα ο Μαξ Βέμπερ δεν ανακάλυψε τίποτα), ενώ η άκρα αριστερά και ακόμα και η υπεραριστερά έχουν επιλέξει την καλή θρησκεία τους (Ισλάμ), το οποίο επίσης είναι ένα σημάδι ότι έχουν εγκαταλείψει τον διαλεκτικό υλισμό και/ή βρίσκονται ακόμη στο παραλήρημά τους σχετικά με την «παρακμή» του καπιταλισμού.


Όσο για τον Carsten Juhl, στο άρθρο που μου έστειλες, βρίσκει έναν τρόπο να διακρίνει μέσα στον ίδιο τον Προτεσταντισμό, τον καλό Καλβινισμό από τον κακό Λουθηρανισμό... από την σκοπιά του κεφαλαίου, αλλά από τη σκοπιά της κομμουνιστικής επανάστασης υπάρχει καλός προτεσταντισμός και καλή θρησκεία; Έπρεπε επομένως, τουλάχιστον, να θέσει το ζήτημα της θρησκείας απ’ αυτή την άποψη, όπως έκανε το περιοδικό Invariance.


Επιπλέον, σ’ ένα κοντινό χωρίο, ο Μαρξ λέει στην ίδια παράγραφο ότι στη Γερμανία η κριτική της θρησκείας έχει ουσιαστικά ολοκληρωθεί αλλά ταυτόχρονα ότι η κριτική της θρησκείας είναι έτσι έμμεσα ο αγώνας ενάντια στον κόσμο. Τι καταλάβετε;  Ότι η κριτική αυτή είναι αυτονόητη κοινή βάση, αλλά δεν είναι το κρίσιμο σημείο, επειδή μπορούν να στραφούν σε άλλες μορφές αλλοτρίωσης; Δεν υπάρχει αμφιβολία αν υιοθετήσουμε την προοδευτική προσέγγιση του  χρόνου, αλλά σήμερα η θρησκεία δεν είναι μόνο μια πεποίθηση. Παραμένει τόσο μεταξύ των πλουσίων όσο και μεταξύ των φτωχών και μόνο η χρήση που κάνουν είναι διαφορετική.


Με βάση αυτά που έχουμε ήδη πει, οι μαρξιστές – ακόμα και αυτοί ποι παρουσιάζουν το μεγαλύτερο ενδιαφέρον - έχουν εγκαταλείψει οποιαδήποτε κριτική της θρησκείας, δεδομένου ότι αυτή υποτίθεται ότι θα πέσει σαν ώριμο φρούτο από το δέντρο. Σε αυτό προστίθεται το γεγονός ότι γι 'αυτούς, μια ιδεολογική πάλη ενάντια στη θρησκεία θα ήταν αυταπάτη. Έτσι, για τον Πάνεκουκ (op. cit, p.39-40.): «Ο αστικός υλισμός θα θριαμβεύσει [της Θρησκείας]. Όμως δεν μπορεί να καταστραφεί μια αντίληψη που γεννήθηκε από την κοινωνική ζωή χωρίς επιχειρήματα, αυτός ο τρόπος δράσης σημαίνει ότι σε μια δεδομένη άποψη αντιτίθεται μια άλλη άποψη, ή εναντίον οποιουδήποτε επιχειρήματος μπορεί κανείς να βρει πάντα ένα αντεπιχείρημα. Μια δεδομένη αντίληψη δεν μπορεί να εξαλειφθεί παρά μόνο αφού αποκαλύψουμε ποιες αιτίες και ποιές συνθήκες την κάνουν απαραίτητη και δείξουμε ότι οι συνθήκες αυτές είναι παροδικές. " Και καταλήγει λέγοντας περίπου: Αυτός είναι ο λόγος που η διάψευση της θρησκείας από τις φυσικές επιστήμες είναι μάταια. Από την άποψη αυτή μπορούμε να του δώσουμε δίκιο αν κοιτάξουμε την πρόσφατη εξέλιξη των κυρίαρχων ή των αναδυόμενων ιδεών, όπως μπορεί να δει κανείς σήμερα, τόσο στο γεγονός ότι στις ΗΠΑ, χώρα εμβληματική του κεφαλαίου και της τεχνοεπιστήμης οι θεωρίες των δημιουργιστών είναι ένα χτύπημα, όσο και στο ότι μεταξύ των τεχνικών των ισλαμικών ομάδων υπάρχουν πολλοί φοιτητές που έχουν ακολουθήσει θετικές επιστήμες.


Για τον Πάνεκουκ επομένως, ο αστικός υλισμός, αδυνατεί να εξαλείψει τη θρησκεία. Είχε δίκιο σε αυτό το σημείο, αλλά δεν εισήλθε ως τις ρίζες των θρησκειών, πίστευε ότι ο ιστορικός υλισμός θα πετύχει όπου ο πρώτος απέτυχε. Όσον αφορά την ΕΣΣΔ, και ακόμη μέσα από την θεώρηση μιας διπλής επανάστασης της αριστεράς και του Πάνεκουκ θα μπορούσε να εκτιμηθεί η αντίσταση της Ορθόδοξης θρησκείας και η αναβίωσή της στη Ρωσία του Πούτιν.


Σε κάθε περίπτωση, αυτή η παραμέληση του ζητήματος της θρησκείας με το πρόσχημα ότι δεν μπορούμε να αγωνιστούμε κατά της θρησκείας μέσω άλλων επιχειρημάτων και επειδή εφησυχάζουμε από τη γλυκιά βεβαιότητα από την πορεία και την κατεύθυνση της ιστορίας και του εξορθολογισμού του κόσμου, όχι μόνο θα στερέψει τις θεωρητικές πηγές της κριτικής της, αλλά θα οδηγήσει σε πανικό μπροστά στην πρόσφατη αναζωπύρωσή της ή στις αφελείς και ευκαιριακές πρακτικές που γνωρίζουμε. Παράλληλα και ακόμη εξαιτίας αυτού, αφήνεται το πεδίο ανοιχτό μόνο στο ρεπουμπλικανικό και κοσμικό αντεπιχείρημα γύρω από την θεωρία του έθνους-κράτους που αποδίδει το πρόβλημα στον τομέα της προστασίας της ιδιωτικής ζωής, στην οποία οι μαρξιστές βλέπουν μόνο μια αστική απάντηση.


Ωστόσο, από το 1980, οι περισσότεροι «επαναστάτες» ή «ριζοσπάστες» εκπλήσσονται από την επιστροφή της θρησκείας. Πράγματι, για αυτούς ήταν ένα ζήτημα διευθετημένο, δεδομένου ότι η πρόοδος των συνειδήσεων θα είχε ως αποτέλεσμα καμία τάξη να μην την έχει πλέον ανάγκη (βλέπε σημείωση 1 και την θέση του Πάνεκουκ). Η αστική τάξη είναι πολύ «επαναστατική» για να την επικαλεστεί αφού ξεκίνησε ένα τεράστιο κίνημα για την αποδόμηση των κανόνων και των ταμπού πάνω στο μοντέλο της ευελιξίας και της ρευστότητας των αντικειμένων και των υποκειμένων, και η εργατική τάξη είναι πάρα πολύ συνειδητή για να αφεθεί να ξεγελαστεί (βλέπε π.χ. όλους τους αριστερούς κοινωνιολόγους που βλέπουν στα επαγγελματικά και θεαματικά σύγχρονα σπορ ένα νέο όπιο του λαού).


Η θρησκεία δεν θα μπορούσε πλέον να είναι μια επιβίωση εν αναμονή της τελικής μεγάλης κλωτσιάς στον κώλο από την ιστορική κίνηση.


Στην πραγματικότητα, είναι πάντα η ίδια πίστη στην πρόοδο και στο διαλεκτικό υλισμό η οποία κάνει τα πάντα να μπορούν να ξεπεραστούν ή να πεθάνουν, εκτός από την ταξική πάλη. Οτιδήποτε εξακολουθεί να υφίσταται δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί ως ένα λείψανο μιας πεποίθησης ή μιας ιδέας.


Εδώ υπάρχουν δύο πολύ κοινά λάθη:


Το πρώτο είναι να σκεφτόμαστε τις θρησκείες, κυρίως με όρους πίστης και όχι ισχύος. Ωστόσο, τα ιστορικά παραδείγματα έχουν δείξει την ισχύ που μπορούν να αντιπροσωπεύουν οι θρησκευτικοί θεσμοί στην πορεία της ιστορίας (Σταυροφορίες, θρησκευτικοί πόλεμοι, Προτεσταντισμός και καπιταλιστική ηθική, κτλ), αλλά με το σκεπτικό ότι η χριστιανική θρησκεία είναι σε μεγάλο βαθμό εκκοσμικευμένη ξεχάσαμε την τρέχουσα ικανότητα παρέμβασής της ( «Θεωρίες της απελευθέρωσης» χθες στη νότια Αμερική, ευαγγελικές αιρέσεις σήμερα σε όλο τον κόσμο ο ρόλος των οποίων έχει σε μεγάλο βαθμό υποτιμηθεί, μαχητικός σαλαφισμός στη Μέση Ανατολή).


Ακόμη και εκτός των θρησκευτικών θεσμών και της οργανωμένης δύναμή τους, η δύναμη που αντιπροσωπεύουν οι μάζες στην τρέχουσα αναδιάρθρωση του κόσμου έχει επίσης υποτιμηθεί, παρά το σοκ που προκλήθηκε από την ιρανική επανάσταση, επειδή για τους μαρξιστές, οι μάζες δεν μπορούν παρά να είναι επαναστατικές με την  προλεταριακή έννοια του όρου ή φασιστικές αν είναι παραπλανημένες, αλλά όχι οτιδήποτε άλλο απροσδιόριστο. Η πρόσφατη μόδα στην άκρα αριστερά, να αντιμετωπίζουν ως φασίστες τους τζιχαντιστές αποτελεί ένα καλό παράδειγμα αυτού του είδους της ευκολίας που τους επιτρέπει να μένουν σε αυτό που τους είναι γνωστό και να έχουν σημεία αναφοράς.


Το δεύτερο λάθος είναι να θέλουν να αντιμετωπίζουν τη θρησκεία από την οπτική της δημοκρατικής κοινωνίας και όχι της κοινότητας. Για παράδειγμα, μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τις μάταιες νομικίστικες συζητήσεις σχετικά με το πώς μπορούμε πραγματικά να καταλάβουμε τι είναι γραμμένο στο Σύνταγμα των ΗΠΑ ή το πώς πρέπει να ερμηνευτεί και να εφαρμοστεί το γαλλικό δίκαιο του διαχωρισμού της Εκκλησίας και του κράτους και ως εκ τούτου, το πεδίο της εκκοσμίκευσης. Όλες την τοποθετούν υπό το πρίσμα μιας δημοκρατικής κοινωνίας, όταν η θρησκεία και μόνιμη παρουσία της - που διατηρήθηκε ενάντια στα υλιστικά και επιστημονικά εμπόδια - δεν είναι ακριβώς της τάξης της κοινωνίας (καπιταλιστικής ή σοσιαλιστικής, αυτόνομης ή ετερόνομης ), αλλά της τάξης της κοινότητας. Αυτό συμβαίνει επειδή οι περισσότερες κριτικές της θρησκείας έχουν γίνει από την οπτική του Διαφωτισμού (καταπολέμηση του σκοταδισμού) ή από την οπτική μιας κριτικής της ψευδούς συνείδησης (Μαρξ και το όπιο του λαού), κριτικές που δεν υποθέτουν τόσο την ιδέα μιας εκμετάλλευσης της θρησκείας στην υπηρεσία της καθεστηκυίας τάξης όσο αυτή μιας ιδεολογικής και πολιτισμικής καθυστέρησης που μέλλει να ξεπεραστεί από την άσκηση της λογικής και την υλική ανάπτυξη που θα θέσουν τα θεμέλια για μια αληθινή συνείδηση. Η Γαλλική Δημοκρατία, από την πλευρά της, έχει παίξει το χαρτί της παρακμής της θρησκείας μπροστά στο Λόγο μέσω της ενεργού μάχης, νομικής και ιδεολογικής με στόχο να παρακαμφτεί ο κίνδυνος για την εκκολαπτόμενη δημοκρατία και στην συνέχεια να πλαισιωθεί μια συμβιβαστική λύση περιορισμού της θρησκείας στην ιδιωτική σφαίρα . Αυτή η "λύση" σημαίνει ένα διαχωρισμό μεταξύ της κοινωνίας των πολιτών και της δημόσιας σφαίρας με την υπεροχή της δεύτερης μέσω της εικόνας του πολίτη. Μια λύση που θα υιοθετήσει ο Χέγκελ και μετέπειτα ο Μαρξ και στο εβραϊκό ζήτημα. Αυτός ο διαχωρισμός, αν δεν είναι ένα πρόβλημα για τις προτεσταντικές χώρες και μπορεί κανείς να τον φανταστεί σε μια κατά κύριο λόγο Καθολική χώρα (με τις δυσκολίες που γνωρίζουμε, εκτός από τη Γαλλία και όπως μας δείχνεί και πάλι σήμερα το Καθολικό λόμπι του πολωνικού κράτους εντός της ΕΕ), είναι σχεδόν απαράδεκτη για χώρες κυρίαρχα ορθόδοξες, Μουσουλμανικές ή Εβραϊκές.


Ξεπέρασμα ή ενσωμάτωση των αντιφάσεων;


Σ’ αυτό το σημείο μπορούμε να παρεμβάλουμε την αντίληψή μας για την ενσωμάτωση (βλέπε J. Guigou). Ο ιστορικός υλισμός και μια μηχανιστική διαλεκτική πίστευαν στην "υπέρβαση" αυτών που αποκαλούμε στο Temps critiques, προγονικές αντιφάσεις, δηλαδή αυτές που η κύρια αντίφαση κεφαλαίου / εργασίας υποτίθεται ότι είχε αφήσει στην άκρη του δρόμου κατά την ανάπτυξή της. Όμως από τη στιγμή που αυτή η κύρια αντίφαση έχει εξαντλήσει τον ταξικό χαρακτήρα της - το οποία δεν σημαίνει τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα της γενικότερα - ήταν «φυσικό» οι παλιές αντιφάσεις να επανεμφανιστούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο:


- Αυτές της σχέσης με την εξωτερική φύση, αλλά δεν του θέματος εδώ.


- Αυτές της σχέσης «προς την εσωτερική φύση» μεταξύ άλλων των σχέσεων ανδρών / γυναικών, των σχέσεων μεταξύ γενεών που στερούνται σήμερα κοινά σημεία αναφοράς.


- Και τέλος, εκείνες της σχέσης ατόμου / κοινότητας που περιλαμβάνει το θρησκευτικό ζήτημα.


Μπορούμε να επεκτείνουμε αυτό στο ζήτημα των ταυτοτήτων. Στις φτωχογειτονιές σε όλο τον κόσμο πεθαίνουν Ζουλού, ινδιάνοι ή Αφροαμερικάνοι, και όχι προλετάριοι. Η αγανάκτηση και εξέγερση που μας προκαλούν όλα αυτά δεν πρέπει να είναι στο όνομα των οικουμενικών ανθρωπιστικών αξιών και μόνο, θα ήταν μια αμυντική αντίδραση, αλλά στο όνομα του από-κοινού της ανθρωπότητας και στην προοπτική της ανθρώπινης κοινότητας. Ωστόσο, παράλληλα με την επιστροφή του θρησκευτικού ζητήματος έχουμε, επίσης, την επιστροφή του λαϊκισμού ως λανθασμένη μορφή της τάσης άτομου / κοινότητας. Επιτίθεται στο κράτος, διότι αυτονομείται από το «λαό» και δεν τον αντιπροσωπεύει πλέον, αλλά διατηρεί το έθνος, στο βαθμό που, αντιθέτως, αυτό είναι αδιαχώριστο από το «λαό». Στην πραγματικότητα, αντιπροσωπεύει το φανταστικό πλαίσιο της αντίστασης (την ταυτότητα, το «εθνικό αφήγημα") ενάντια στην αφαίρεση μιας παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, όταν κάθε άλλη προοπτική φαίνεται να έχει εξαφανιστεί. Θα αφεθεί επομένως η ανθρώπινη κοινότητα να μειωθεί στις ταυτότητες και τις κοινότητες.


Πολλά άτομα που δηλώνουν «αριστερά», δεν ασκούν κριτική στη θρησκεία, αλλά αναπτύσσουν κοινωνικο-πολιτικές εξηγήσεις που επιτρέπουν την υλοποίηση στρατηγικών παρέμβασης που τους επιτρέπουν να διατηρούν τη θέση τους στους αγώνες, και εν ανάγκη κάνουν θεωρητικές επικαιροποιήσεις ή ακόμα και συμβιβασμούς με τη συμμετοχή σε εκδηλώσεις οργανώσεων πολιτικο-θρησκευτικών ή "ιθαγενών (indigiénistes)" ή με ρατσιστικές τάσεις.


Ωστόσο, αυτό που επείγει είναι να αναγνωρίσουμε ότι η επανεμφάνιση της θρησκείας, είτε στην ατομικιστική μορφή της στους αγγλοσάξονες είτε στην κοινοτιστική της μορφή στους Εβραίους ή τους μουσουλμάνους είναι επίσης το προϊόν της ήττας του μαρξισμού ( και του εθνικισμού σε χώρες που ανήκουν στον λεγόμενο Τρίτο κόσμο).


Πρέπει να αναλάβουμε δράση προκειμένου να ξαναθέσουμε το ζήτημα της επανάστασης με τίτλο ανθρώπινο και, ως εκ τούτου το ζήτημα της ανθρώπινης κοινότητας.


JW

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2016

Κράτος και κυριαρχία στην δοκιμασία της διεθνούς μετανάστευσης και του "Brexit"



Σεπτέμβριος 2016 Jacques Guigou, Jacques Wajnsztejn


1 Η σημερινή κρίση της Ευρωπαϊκής Ένωσης φαίνεται να απεικονίζει την γενικότερη σχετικά με το κράτος στην κεφαλαιοποιημένη κοινωνία στην πρόσφατη ανάλυσή μας που επικεντρώνεται στα τρία επίπεδα κυριαρχίας του παγκοσμιοποιημένου 1 κεφαλαίου.

2 Μπορούμε να πούμε ότι το επίπεδο Ι, που είναι αυτό του υπερκαπιταλισμού και το οποίο είναι η κινητήρια δύναμη της διαδικασίας της παγκοσμιοποίησης, συναντά δυσκολίες. Όχι στο να επεκτείνει την επιρροή του, αλλά πρώτα απ’ όλα στο να διασφαλίσει μια ελάχιστη παγκόσμια τάξη, κι αυτό εν απουσία της κυριαρχίας ενός ιμπεριαλισμού παραδοσιακού και κυρίαρχου. Το γεγονός ότι δεν υπήρξε μετά την ολοκλήρωση αυτής της τάσης μια νέα παγκόσμια τάξη (ένα στρατηγικό ζήτημα της εξουσίας του κεφαλαίου πάνω από εκείνο της λεηλασίας του πλούτου) έχει οδηγήσει σε αυξημένη αστάθεια και στο πέρασμα των αστυνομικών επιχειρήσεων σε μια μάχη κατά της τρομοκρατίας.

3 Στη συνέχεια, υπάρχει μια αντίφαση ανάμεσα αφενός, αυτού του καπιταλισμού κορυφής για να δανειστώ μια φράση του Φ. Μπρωντέλ (Επίπεδο Ι για εμάς), στο μέτρο που ευνοεί τη ρευστότητα και την ευελιξία έναντι της στασιμότητας, την κεφαλαιοποίηση έναντι της συσσώρευσης, το παγκόσμιο έναντι του τοπικού, κλπ, και αφετέρου αυτού που ονομάζουμε επίπεδο II που είναι αυτό όπου οι εταιρείες υπόκεινται στην αγορά (που είναι αποδέκτες τιμών, ενώ οι μεγάλες επιχειρήσεις του επιπέδου Ι, είναι δημιουργοί τιμών) και τα εθνικά κράτη που είναι επιφορτισμένα με τη διαχείριση της εσωτερικής αναπαραγωγής των κοινωνικών σχέσεων.

4 Αντιπαρατίθενται επομένως δύο τύποι κυριαρχίας, από τη μια πλευρά, μια κυριαρχία κορυφής με τους παγκόσμιους παίκτες (τους μεγάλους διεθνείς οργανισμούς των οποίων η ισχύς αναδιατάσσεται σε δίκτυο, τις μεγάλες επιχειρήσεις και τα συνδικάτα και τις ΜΚΟ) με τους διεθνείς κανονισμούς τους, το διεθνές δίκαιο και από την άλλη τις εθνικές κυριαρχίες του επιπέδου II που υπονομεύονται από την κρίση της μορφής του έθνους-κράτους, αλλά οι οποίες «αντιστέκονται» στο βαθμό που αυτή η κυριαρχία, για να εξακολουθήσει να υπάρχει, πρέπει να ελέγξει το έδαφος, τις εισόδους και τις εξόδους του, είτε από την πλευρά των επιχειρήσεων (μετεγκαταστάσεις, συνθήκες εγκατάστασης και οι νόρμες τους), είτε από φορολογική άποψη, είτε τέλος από την άποψη της μετανάστευσης των πληθυσμών. Έναντι της τάσης αποτοπικοποιήσης στο επίπεδο Ι αντιστοιχούν και όχι πάντα σε διαλεκτική αντίθεση, οι παράγοντες της τοπικοποιήσης ή εκ νέου τοπικοποιήσης στο επίπεδο II.

5 Αφήνουμε στην άκρη εδώ το ζήτημα του συσχετισμού δύναμης μεταξύ των εξουσιών στο επίπεδο Ι. Εν τάχει, θα πούμε ότι οι θέσεις που θεωρούν μια διατήρηση της κυριαρχίας των ΗΠΑ (grosso modo οι κλασσικές αντι-ιμπεριαλιστικές θέσεις και οι θέσεις της αντι-παγκοσμιοποίησης) ή προβλέπουν το πέρασμα από μια παλιά κυριαρχία, της Αμερικής, σε μια νέα, Κινέζικη, δεν μας πείθουν ούτε οι μεν ούτε οι δε. Αυτή που φαίνεται να ταιριάζει καλύτερα συνολική ανάλυσή μας είναι του David Harvey που μιλά για «κυριαρχία χωρίς ηγεμονία». Θα μπορούσε να είναι πολύ κοντά σε αυτά που λένε οι Hardt και Negri με τη φιλοσοφία τους για την «Αυτοκρατορία» που διαφέρει σαφώς από εκείνη του ιμπεριαλισμού 3, αν και έχουν εμμονή με την ντελέζιαν οριζοντιότητα βλέποντας την ως ένα "επίπεδο χώρο" σαν να μην υπήρχε πλέον καθετότητα και ιεραρχία στην διαδικασία κυριαρχίας σε παγκόσμιο επίπεδο.

6 Η πρόκληση είναι να την δούμε μέσα από την ιεραρχική σχέση μεταξύ των επιπέδων και εδώ, για παράδειγμα μεταξύ των επιπέδων Ι και ΙΙ (σε αυτή τη σύντομη επικαιροποίηση αφήνουμε κατά μέρος το ζήτημα του επιπέδου ΙΙΙ).

7 Πράγματι, πρέπει να διατηρήσουμε τα δύο άκρα της διαδικασίας για να κατανοήσουμε τη δυναμική και τις πιθανές αντιφάσεις. Η δυναμική του κεφαλαίου είναι να αποτοπικοποιηθεί έστω κι αν η πολιτική και η διοίκηση στην συνέχεια θα έρθουν να τοπικοποιήσουν εκ νέου... χωρίς να αναζητήσουν την κατανόηση του τι "συνιστά  τόπο". Εξ ου και η πρόκληση του περάσματος από 25 σε 13 περιφέρειες στην πρόσφατη μεταρρύθμιση της αποκέντρωσης στη Γαλλία! Μια περαιτέρω αποκέντρωση που συγκεντροποιείται  εκ νέου με κάποιο τρόπο! Το ίδιο πρόβλημα, αλλά ευρύτερο σε ό, τι αφορά την Ευρώπη: ποια είναι τα όριά της: μέχρι που να προωθηθεί προς την Ανατολή; Ποιος είναι ο ρόλος της Τουρκίας; Οι απαντήσεις δεν θα είναι οι ίδιες, ανάλογα με το επίπεδο της κυριαρχίας που αναπτύσσεται σε αυτή την κλίμακα επειδή δεν είναι ακόμη μια ευρωπαϊκή πολιτική δύναμη ικανή να αντισταθεί τον παγκόσμιο χαρακτήρα του κεφαλαίου και στην τάση του για νομαδισμό, αλλά μια παράθεση κρατών που δεσμεύονται από κοινούς κανόνες.

8 Το ίδιο με το πολύ επίκαιρο θέμα των μεταναστών γενικά ή ειδικά των προσφύγων. Ένα θέμα το οποίο, αν κοιτάξουμε προσεκτικά, αποσπάται από τον τρόπο που συνήθως τίθενται στην ιστορία. Πράγματι, οι μετανάστες που παραδοσιακά δεν διαφεύγουν από το επίπεδο ΙΙ της κυριαρχίας, είτε πρόκειται για πολιτικούς μετανάστες που προσπαθούν να ξεφύγουν από δικτατορίες για να ενταχθούν σε έθνη-κράτη των οποίων οι αρχές και οι αξίες βασίστηκαν στην υποδοχή των εξόριστων είτε για οικονομικούς μετανάστες που θα ενίσχυαν το απόθεμα του ανεπαρκούς εργατικού δυναμικού διαρθρωτικά ή συγκυριακά της χώρας υποδοχής. Η καπιταλιστική κοινωνική σχέση υπήρξε πάντα ένας συνδυασμός εδαφικής κυριαρχίας και πολιτικού ελέγχου από μία πλευρά και της διάστασης ρευστότητας από την άλλη με την κυκλοφορία της παραγωγής και των πληθυσμών. Σήμερα, όμως, αυτό που αλλάζει είναι, πρώτον, ότι οι εθνικές κυριαρχίες είναι ασθενείς, εμφανώς σε χώρες που ιστορικά τις έχουν χάσει από καιρό (οι χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, οι χώρες της Μεσογείου), αλλά και στις παλιές δυνάμεις όπως ακριβώς ήρθε να μας δείξει το βρετανικό "Brexit", και, στη συνέχεια, ότι οι φτωχοί μετανάστες είναι παγκόσμιο πλεόνασμα του οποίου τα κράτη εμποδίζουν την κίνηση στην πράξη, ακόμη και αν έχουν θεσπίσει την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας στη θεωρία.

9 Ο Rocard το είπε ήδη στη δεκαετία του 1980, καμία δύναμη δεν έχει αποστολή να επιφορτιστεί όλη τη δυστυχία του κόσμου και το πολιτικό άσυλο δεν δόθηκε ποτέ χωρίς περιορισμό. Η τελευταία παίρνει ένα συμπαγή χαρακτήρα στο πλαίσιο των μεγάλων αιτίων που νομιμοποιούνται από ένα δημοκρατικό ή αντιφασιστικό στοιχείο που δεν αντιστοιχεί στην τρέχουσα κατάσταση των προσφύγων που το αδιέξοδο στη Μέση Ανατολή εξακολουθεί να αναστατώνει. Το αντίθετο αντιστοιχεί μόνο στο καλωσόρισμα σταδιακά μερικών μεγάλων αντιπάλων, από τον Τρότσκι έως τον Χομεϊνί μέσω Μπεν Μπάρκα όσον αφορά τη Γαλλία.

10 Η κατάσταση δεν είναι πλέον η ίδια, υπάρχει ένα συγκεκριμένο παράδειγμα σήμερα με μια τάση που συνδυάζει την ανθρωπιστική ηθική και την άρση των εμποδίων όλων των ειδών, σύμφωνα με την τρέχουσα πολιτική σε σχέση με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες.

11 Η Μέρκελ εκπρόσωπος της κυρίαρχης οικονομικής δύναμης στην Ευρώπη πήρε αμέσως θέση για ένα μέγιστο άνοιγμα που αντιπροσωπεύει τα στρατηγικά συμφέροντα του Επίπεδου Ι της κυριαρχίας, αυτά ενός κεφαλαίου αποτοπικοποιημένου αλλά συνδεδεμένου σε δίκτυα παραγωγής (πολυεθνικές και οι θυγατρικές τους ), κυκλοφορίας (χρηματοοικονομία), διανομής (Walmart and Co), επενδύσεων (ΑΞΕ), και επικοινωνίας (Google, Facebook) εγγυημένα από ένα δίκαιο και τους διεθνείς οργανισμούς. Μόνο σε ένα δεύτερο στάδιο και επηρεασμένη από δυσμενείς πολιτικές και λαϊκές αντιδράσεις στη Γερμανία ευθυγραμμίστηκε με τις πιο συντηρητικές πολιτικές των γειτόνων της. Πράγματι, αυτοί, στην πλειοψηφία τους εξακολουθούν να σκέφτονται ως εθνικό κράτος υπεύθυνο για την αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων στο επιπέδου ΙΙ και, επομένως, από την άποψη της εθνικής κυριαρχίας που ορίζεται από τον έλεγχο του εδάφους. Όπως το ορίζει ο Carl Schmitt, ο κυρίαρχος είναι αυτός που έχει εξουσία πάνω στα σύνορα. Το "Brexit" στο Ηνωμένο Βασίλειο εκφράζει την αντίφαση μεταξύ του επιπέδου Ι, όπου το κεφάλαιο εμφανίζεται διακρατικό και δικτυωμένο και του επίπεδου ΙΙ, όπου η συμβίωση κεφαλαίου και εθνικής κυριαρχίας είναι πιο δύσκολο να επιτευχθεί. Τα σύνορα είναι ακόμα μια πολιτική οντότητα η οποία παρεμποδίζει την ρευστότητα ακόμη και αν η κυριαρχία της Ευρώπης είναι ασθενής, διότι δεν βασίζεται σε ένα ευρωπαϊκό λαό που δεν υπάρχει.

12 Επιπλέον, καθώς το θέμα της χρηματοδότησης δεν έχει ξεκαθαριστεί - γιατί αν και το κράτος εγκαταλείπει τις αρμοδιότητές του εξακολουθεί να κατέχει τα πορτοφόλια – αυτό μπορεί να ωθήσει τις περιφερειακές μητροπόλεις προς μια επιταχυνόμενη παγκοσμιοποίηση (Μονπελιέ) ή εδαφική αυτονομία (Βαρκελώνη, Βόρεια Ιταλία (Padanie)) ή σε περιοχές μεταξύ των δύο που επιδιώκουν να επιβιώσουν με τη βοήθεια ανεξάρτητων μέσων αλλά με την προϋπόθεση της ΚΑΠ ή της τοπικής αιγίδας (Sivens).

13 Για παράδειγμα, είναι πολύ δύσκολο να γνωρίζουμε αν οι ψήφοι αντι-Brexit που καταγράφονται στη Σκωτία και την Ιρλανδία είναι πρωτο-εθνικής κυριαρχίας ή αντίθετα μια αναζήτηση για ένα ενδιάμεσο επίπεδο παγκοσμιοποίησης για τις χώρες που δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν μόνες τους τον κόσμο . Εδώ βλέπουμε τα όρια για μια ερμηνεία της ψηφοφορίας για το Brexit με όρους αντίθεσης μεταξύ πλουσίων και φτωχών, διανοούμενων και χειρωνακτών, ελίτ / ολιγαρχίας και λαού, αυτές οι αντιθέσεις θα ενταχθούν στους διάφορους λαϊκισμούς δεξιούς και αριστερούς ως εάν να μην υπήρχαν εργαζόμενοι ή λαϊκές περιοχές στη Σκωτία και τη Βόρεια Ιρλανδία, ενώ στη δεύτερη τα όρια της ψηφοφορίας περνούν μέσα από τη θρησκεία και όχι κατά κύριο λόγο από το κοινωνικό πεδίο.

14 Το Ηνωμένο Βασίλειο είναι μια οριακή περίπτωση ενσωμάτωσης στην ΕΕ, τόσο εντός όσο και εκτός. Σχετικά με το "Brexit" έχουμε ακούσει ότι το 80% των επιχειρήσεων και του Σίτυ ήταν υπέρ στο να μείνει στην ΕΕ, ενώ οι εταιρείες αυτές και η βρετανική χρηματοοικονομία είναι ανοικτή χωρίς όρια στον κόσμο και δεν περιορίζονται σε δραστηριότητες στην Ευρώπη ( μόνο το 45% των εξαγωγών). Τι κάνει η εθνική κυριαρχία σε αυτή την περίπτωση; Τα πρώτα μέτρα μετά το Brexit που ανακοινώθηκαν από τους κυβερνόντες (Osborne, Κάμερον και στην συνέχεια May) είναι χαλαρές προτάσεις για φορολογικά θέματα, προκειμένου να αντισταθμίσουν την πιθανή απώλεια υλοποίησης ξένων επενδύσεων στο Ηνωμένο Βασίλειο. Όμως η μετατροπή της Αγγλίας σε Κύπρο, Ιρλανδία και Λουξεμβούργο, δεν είναι εθνική κυριαρχία αλλά πάει προς στο αντίθετό της. Άλλωστε, δεν είναι σαφείς οι κοινές θέσεις μεταξύ των τριών πολιτικών. Για παράδειγμα, η May που ήταν κατά το ήμισυ φιλοευρωπαϊκή και κατά το ήμισυ Brexit δεν είναι υπέρ της «εθνικής κυριαρχίας», αλλά της παγκοσμιοποίησης, επιδιώκει να καταχωρήσει την πολιτική της εντός του επιπέδου Ι και είναι με αυτή τη θέση που θα διαπραγματευθεί τις συμφωνίες με την Ευρώπη, συμφωνίες οι οποίες, στοιχηματίζουμε ότι δεν θα είναι επιζήμιες για το Ηνωμένο Βασίλειο. Σε αυτό το πλαίσιο, οι υπέρμαχοι της εθνικής κυριαρχίας στην Δεξιά όπως ο Nigel Farage στη Βρετανία και η Λεπέν στη Γαλλία πρόβαλαν μια αισιοδοξία προς το παρόν αβάσιμη σχετικά με τις πιθανές συνέπειες του «Brexit». Αυτό δεν σημαίνει ούτε πραγματική εθνική ανεξαρτησία, αδύνατη σήμερα και ειδικά για τη βρετανική οικονομία, ούτε το τέλος της λιτότητας, αυτή έχει αιτίες που δεν είναι μόνο εξωγενείς ως αποτέλεσμα των πολιτικών της προσφοράς η οποία είναι κυρίαρχη σήμερα σε όλο τον κόσμο και της νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής της ευρωζώνης 4 αλλά γενικότερα οφείλονται σε ενδογενή στοιχεία, στο βαθμό που, παραδόξως, οι τρέχουσα δυναμική της παγκοσμιοποίησης βασίζεται σε μια «συρρικνούμενη αναπαραγωγή" (κεφαλαιοποίηση αντί για συσσώρευση).

15 Όσον αφορά τις διεθνιστικές θέσεις της αριστεράς και των αριστεριστών, δεν είναι τόσο ότι είναι αθόρυβες, όσο ότι δεν έχουν λόγο, όπως φαίνεται στην πρόσφατη δήλωση του Κεν Λόουτς, αντι-ΕΕ, αλλά και εναντίον του "Brexit".

17 Αν υπάρχει αντίσταση στο επίπεδο ΙΙ και, συνεπώς, τάση για «εθνική ανεξαρτησία» όπως διακρίνεται από την κυριαρχία - η πρώτη είναι μια ιδεολογία η δεύτερη είναι μια αρχή της εξουσίας - είναι επειδή αν και η ροή των εμπορευμάτων, η χρηματοοικονομική, η τουριστική και η ροή της εργασίας μπορούν να διασχίσουν τα "οικονομικά" σύνορα, αντιμετωπίζουν μια πραγματικότητα που είναι ότι τα σύνορα είναι επίσης ιστορικές, γεωγραφικές και πολιτικές οντότητες (βλέπε και πάλι τα επαναλαμβανόμενα προβλήματα των "χωρίς χαρτιά" σε περιόδους μεγάλης αναταραχής, το «καθεστώς» των απάτριδων το 1930, κ.λπ.).

18 Στο πλαίσιο αυτού του ιεραρχημένου συνόλου, η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζεται ως ένα ενδιάμεσο βήμα στο πλαίσιο του Επίπεδου Ι, ένα είδος γέφυρας μεταξύ της υπερεθνικής τάσης που καλύπτει το όλον και των εθνικών κυριαρχιών σε παρακμή που πρέπει να διέπουν το επίπεδο ΙΙ και να διαχειρίζονται τις γκρίζες περιοχές που υπάρχουν στο επίπεδο ΙΙΙ, όπου ανθούν οι αγανακτισμένες απαιτήσεις των εμπόρων και των αγροτών, η σποραδική οργή των προαστίων, όταν καταφέρνουν να υπερβούν την καθημερινότητα των προσκλήσεων για προσευχή και τις δραστηριότητες μιας παράλληλης οικονομίας.

19 Ως εκ τούτου, Η ΕΕ έχει τη θέση της στη διαδικασία ολοποίησης του κεφαλαίου (ευνοεί τις μεγάλες επιχειρήσεις και διευκολύνει τις μετεγκαταστάσεις), αλλά είναι συχνά σε αστάθεια, γιατί το όριό της είναι να βρίσκεται σε μια κλίμακα διεθνοποίησης η οποία έχει καταστεί άνευ αντικειμένου, αν κάποιος σκέφτεται μόνο με οικονομικούς όρους, δηλαδή έξω από τη λογική της κυριαρχίας, ως εάν το κεφάλαιο να μην ήταν πλέον παρά ένα σύστημα, μια μηχανή.

20 Πράγματι, σε αυτή την περιορισμένη οπτική γωνία, το κατάλληλο επίπεδο της παγκοσμιοποίησης γίνεται όλο και πιο παγκόσμιο, όπως έχουμε δει, στην πραγματικότητα, με τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, που μπλοκάρουν την ενδο-ευρωπαϊκή συγκεντροποίηση υπό το πρόσχημα ότι αλλοιώνει τον ανταγωνισμό, γεγονός που κατέληξε στην πραγματικότητα να παραδώσει κάθε μία από αυτές τις προσπάθειες σε μη ευρωπαίο ανταγωνιστή. Δεν έχει αποδείξει ότι είναι μια ενδιάμεση ρυθμιστική δύναμη στο βαθμό που θυσίασε σ’ ένα σχεδιασμό της ΕΕ ως απλή ζώνη ελεύθερων συναλλαγών, μια τάση που ενισχύεται από την αύξηση του αριθμού των μελών της. Αξιοσημείωτο είναι επίσης ότι ο ρόλος της Γερμανίας εδώ είναι σε ιδιαίτερη αρμονία με αυτές τις συνθήκες. Μπορούμε να πούμε ότι η Γερμανία αποτελεί ένα ιδανικό τύπο σύγχρονου κράτους στο επίπεδο Ι. Η δύναμή της δεν είναι ούτε στρατιωτική ούτε πολιτική, αλλά οικονομική. Ως εκ τούτου, δεν τίθεται με τους παραδοσιακούς όρους της εθνικής κυριαρχίας. Αυτό είναι επίσης που δεν καταλαβαίνουν πολλοί αριστεροί και «anti-deutsch» Γερμανοί που είδαν με φόβο την επανένωση της Γερμανίας και την πιθανή αναζωπύρωση ενός παν-γερμανικού εθνικισμού βασισμένου στην ανατολική ζώνη του και ο οποίος βοήθησε στον "απο-γιουγκοσλαβισμό".

21 Οι τελευταίες δηλώσεις του Β. Σόιμπλε, του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών της Γερμανίας επιβεβαιώνουν την τάση αυτή να εκφράσει την προτεραιότητα των συμφερόντων του επιπέδου Ι, στον βαθμό που διαφωνεί με την δημοψηφισματική μορφή του "Brexit" την ίδια απάντηση που έδωσε στην Ελλάδα το 2015, δηλαδή την διαταγή για ένα είδος μόνιμης τρόικας προστατευμένης από την πολιτική και λαϊκή πίεση. Είναι επίσης μια θέση κοντά σε αυτή του τελευταίου νομπελίστα οικονομολόγου Jean Tirole που συμβουλεύει να βασίζονται σε ανεξάρτητους φορείς όπως η ΕΚΤ ή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εξασφαλίζοντας έτσι τελικά τη συνέχεια της πολιτικής των κρατών που αναδιαρθρώνονται σε δίκτυο, αποφεύγοντας τις πολιτικές και λαϊκιστικές πιέσεις. ▪

Πέμπτη, 6 Οκτωβρίου 2016

Οι νέες σχέσεις με το κράτος



Αναρτήθηκε από tempscritiques

http://blog.tempscritiques.net/archives/1573

 

Το παρακάτω κείμενο είναι αρχικά ένα γράμμα σ’ ένα βέλγο σύντροφο που απαντά σε ερωτήσεις σχετικά με το κράτος και τις μεταμορφώσεις του στην κεφαλαιοποιημένη κοινωνία. Θα καταλήξει σε μια μορφή επαναδιατυπωμένη στο τεύχος 18 του περιοδικού που θα δημοσιευθεί αυτό το φθινόπωρο, 2016.


Η θεωρία και η λήθη του ζητήματος του κράτους


Ο καπιταλισμός δεν είναι ένα «σύστημα» με νόμους που διέπουν αυστηρά την πορεία του κόσμου ειδικά τώρα που ο κόσμος φαίνεται σε τροχιά ενοποίησης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι πιο κοινές θέσεις αντιλαμβάνονται αυτή την πορεία του κόσμου ( «όπως πάει» λένε μερικοί) ως καταστροφική ή ως αναπόφευκτη. Με εξαίρεση λίγους που θα ήθελαν να ανοικοδομήσουν μια κομμουνιστική θεωρία (Théorie Communiste) ή που διατηρούν πιο συγκρατημένα μια θέση κριτικής θεώρησης (βλ Temps critiques ή Krisis-Exit), η γενική εντύπωση είναι αυτή μιας θεωρητικής έλλειψης. Δεν εμφανίζεται πλέον η άποψη ή η προοπτική που θα επέτρεπε, στην γενικότητά της, να απελευθερωθεί μια άλλη κοσμοθεώρηση και οι οδοί πρόσβασής της.

Αυτό που κυριαρχεί, είναι διάφορες μορφές αμεσοτισμού (immediatism) που προκύπτουν τελικά ενάντια στην εντύπωση του χάους. Υπήρχε η "Επερχόμενη Εξέγερση (linsurrection qui vient)" υπάρχουν τώρα κλήσεις για την λήψη επαναστατικών μέτρων ως εάν μερικές ZAD (ζώνες άμυνας) να μπορούσαν να μετατρέψουν τη συνολική ισορροπία δύναμης που είναι εξαιρετικά δυσμενής. Το ίδιο πόρισμα ενός αμεσοτισμού ικανοποιημένου και άβουλου, αντανακλάται στις εκδόσεις των μεταγραμμένων εμπειριών στην επιτυχία (σχεδόν 20.000 αντίτυπα) του βιβλιοπωλείου  Αστερισμοί (Constellations): Επαναστατικές τροχιές του 21ου αιώνα (L’Éclat, 2014). Επιχειρεί κυρίως να επιβεβαιώσει τις πρακτικές αυτοπροσδιορίζοντάς τες ως επαναστατικές. Η ιστορική απορία δύο αιώνων για τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη έχει λυθεί με μια ταχυδακτυλουργία μάγου. Η σκέψη γίνεται καταφατική, πρέπει πάνω απ 'όλα να είμαστε θετικοί και να μην ασκούμε κριτική. Ιδού ένα νέο δόγμα.

Αντιμέτωπος με την απαξίωση των θεωριών του προλεταριάτου, την έλλειψη ουσίας και αξιοπιστίας των νέων υποκειμένων (όπως το «πλήθος») που είναι αντιληπτά με τον ίδιο τρόπο όπως η παλιά τάξη, αυτός ο αμεσοτισμός βρίσκει σθένος, επειδή επανενεργοποιεί τις γραμμές ρήξης που θα του επιτρέψουν να δει ξεκάθαρα και έτσι να αναλάβει δράση. Στο πιο βασικό επίπεδο, αυτό σημαίνει ότι αντιμέτωποι μ’ ένα μεγάλο έργο μπορούμε να είμαστε μόνο υπέρ ή κατά, το ίδιο και απέναντι σε μια μεταρρύθμιση ή μια νέα νομοθεσία. Δεν υπάρχει τίποτα αμφισβητήσιμο με την πλήρη έννοια. Σ’ ένα πιο στοχαστικό επίπεδο (του αμεσοτισμού ανηγμένου σε σύστημα που μπορεί να εφοδιαστεί με μια στρατηγική), επιχειρεί να αναδημιουργήσει τις γραμμές ρήξης εχθρών / φίλων που είναι τόσο εκείνες του φασισμού (βλ τις θέσεις του Σμιτ (Schmitt)), όσο και του σοσιαλισμού (οι «ταξικές γραμμές»), αλλά οι οποίες έχουν ξεθωριάσει σε μεγάλο βαθμό με την μεσο-ορο-ποίηση (moyennisation) των κοινωνιών και τη μετατροπή του παλιού ιστορικού ανταγωνισμού των τάξεων σε διάφορες πρακτικές δυσαρέσκειας που είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του επιπέδου των συγκρούσεων που εκπροσωπούνταν κεντρικά μέχρι τώρα από τους αγώνες στο χώρο εργασίας.

Δεν πρόκειται να τις κρίνουμε εκ των προτέρων, αλλά να τις δώσουμε κάποια χαρακτηριστικά και, ενδεχομένως, να τις αποδώσουμε μια άλλη εικόνα από εκείνη με την οποία παρουσιάζονται. Ομολογουμένως είναι μια αντίδραση σε μια κεφαλαιοποιημένη κοινωνία της οποίας οι γραμμές ρήξης φαίνεται να ξεθωριάζουν. Υπάρχει επομένως η ανάγκη είτε να ελαχιστοποιηθεί ο εχθρός (απλά παράσιτα που εκμεταλλεύονται τη γενική διάνοια για τους νεοεργατιστές υποστηρικτές του πλήθους, κολοσσός με πήλινα πόδια για τους εξεγερσιακούς) είτε να διογκωθεί ή να τονιστεί υπερβολικά κάποιο στοιχείο του υπό την μορφή σκοτεινών δυνάμεων που κυριαρχούν στον κόσμο (χρηματοοικονομικά, Πολυεθνικές, αμερικάνικος ιμπεριαλισμός, Σιωνισμός) όπως κάνουν συχνά τα ρεύματα της αντι-παγκοσμιοποίησης είτε τέλος με τη μορφή μιας αφηρημένης δομής κυριαρχίας: το κεφάλαιο γίνεται σύστημα.

Όλα αυτά δεν επινοήθηκαν, υπάρχει σίγουρα μεγάλη δυσκολία στην αποσαφήνιση των ολοένα και πιο αφηρημένων πτυχών που καλύπτονται από το κεφάλαιο και την κοινωνία του. Εξ ου και οι αναλύσεις με όρους «αυτόματου κεφαλαίου» (το γερμανικό περιοδικό Krisis, Postone και Jappe) ή η επιστροφή στην επικαιρότητα του Αλτουσέρ μέσα από τις έννοιες των περιπτώσεων (instances) και του επικαθορισμού (surdétermination), π.χ., από το περιοδικό Κομμουνιστική Θεωρία. Υπ’ αυτό το πρίσμα, υπάρχει ένας διαχωρισμός μεταξύ αυτού που είναι της τάξης ενός "συστήματος" μιας δομής και αυτού που είναι της τάξης του κράτους. Η κριτική ή ακόμη και η απλή ενασχόληση για το τι είναι το κράτος σήμερα και για το που αυτό εμπλέκεται στις πολιτικές πρακτικές απουσιάζει. Αυτή η λήθη ή σε κάθε περίπτωση αυτό το πέρασμα του κράτους σε δεύτερο πλάνο  παραμένει μια ασυνήθιστη θέση ιδίως όταν βασίζεται γενικά σε ένα δηλωμένο θεωρητικό θεμέλιο, για παράδειγμα αυτό που έχει ως προοπτική την "κομμουνιστικοποίηση" (το περιοδικό Κομμουνιστική Θεωρία και οι επίγονοί του) και μια περιορισμένη διάδοση των θέσεών του. Αυτό που κυριαρχεί μάλλον και εκτείνεται σε ορισμένους τομείς των μέσων ενημέρωσης δεύτερης τάξης, όπως η Le Monde Diplomatique και το περιοδικό Alternatives économiques, είναι οι θέσεις που ψάχνουν να αποκαλύψουν τι είναι πίσω από το χρηματοοικονομικό νεφέλωμα και την φαινομενική απροσωπία της γραφειοκρατικής και τεχνολογικής κυριαρχίας ή πίσω από την παγκοσμιοποίηση (βλ.  τις επεξηγηματικές θεωρήσεις με όρους συνωμοσίας και μερικές φορές τις "εναλλακτικές" ή οικολογικές θεωρήσεις). Οι θέσεις αυτές επίσης βάζουν το κράτος σε δεύτερο πλάνο, τουλάχιστον στην εθνική του διάσταση στο βαθμό που όλες προβάλουν μια απώλεια της εθνικής κυριαρχίας ακριβώς με τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης  (globalisation/mondialisation).


Οι νέες διαρθρώσεις της εξουσίας


Με την οπτική αυτή, το εθνικό κράτος στον παγκοσμιοποιημένο καπιταλισμό γίνεται αντιληπτό ως εγκλωβισμένο σε μια διελκυστίνδα αφενός της ανάγκης να γίνει συμβατό με τα συμφέροντα της εθνικής του οικονομίας ενώ ο οικονομικός ανταγωνισμός είναι διεθνής, και αφετέρου της ανάγκης επιβίωσής του αντιληπτής με όρους ασφάλειας με την έννοια ενός κράτους μειωμένου σε Υπουργείο Εσωτερικών σε μια «κοινωνία φυλακή 3» (Αστυνομία παντού, δικαιοσύνη πουθενά) στην οποία βασιλεύουν η παρακολούθηση με κάμερες και το γενικευμένο φακέλωμα. Και πάλι, τίποτα δεν επινοήθηκε. Η συζήτηση και οι δράσεις υλοποιούνται αποτελεσματικά ώστε αφενός να αποκατασταθεί η φιγούρα ενός εχθρού από το εσωτερικό (συνήθως απεικονίζεται "αναρχοαυτόνομος"), όταν αυτή του παραδοσιακού ταξικού εχθρού έχει εξαφανιστεί υπέρ των εκτεταμένων διαμαρτυριών και των καινοτόμων «επαναστατικών τροχιών», και αφετέρου για την αντιμετώπιση της διάχυτης φύσης του ασύμμετρου πολέμου που διεξάγεται με τις διεθνείς τρομοκρατικές οργανώσεις οι οποίες δεν ξέρουμε αν δικαιούνται το όνομα του εξωτερικού εχθρού ή εσωτερικού εχθρού.

Η ενίσχυση των μέσων ελέγχου του κράτους μέσω των νέων τεχνολογιών (έλεγχος των επικοινωνιών, βίντεο επιτήρηση, αρχεία DNA, ηλεκτρονικά βραχιόλια) και μια τάση να ποινικοποιηθούν οι αγώνες μέσω μιας κατασταλτικής πολιτικής, υποτίθεται ότι ανταποκρίνονται στην γενική ανάπτυξη ενός αισθήματος ανασφάλειας διάχυτου και διευρυνόμενου. Φαίνεται να συνδέονται όχι μόνο με τους φόβους των «εχόντων» όλο και πιο πολλά, όλο και πιο ποικίλα γιατί οι όλο και πιο "μικροί" (ιδιοκτήτες του σπιτιού τους έως το αυτοκίνητό τους και το κινητό τους) και επίσης χαρακτηριστικοί μιας κεφαλαιοποιημένης κοινωνίας στην οποία η αυξημένη «ελευθερία» συνδέεται με μια διαδικασία εξατομίκευσης όλο και πιο ανεπτυγμένη, που πληρώνεται με μια ευελιξία και μια ανασφάλεια επίσης αυξανόμενες. Το κεφάλαιο παράγει κίνδυνο και ανασφάλεια. Το αποτέλεσμα είναι μια διάχυτη απειλή που ωθεί τα άτομα πιο πολύ στην απόσυρση από την κοινωνικοπολιτική παρέμβαση. Αντιμέτωπο με αυτή την κατάσταση το κράτος, μπορεί να παρουσιαστεί ως αυτό που έχει όλα τα δικαιώματα καθώς είναι υπεύθυνο για τη διατήρηση και την αναπαραγωγή των συνολικών κοινωνικών σχέσεων. Δεν δεσμεύεται από ένα κοινωνικό συμβόλαιο όπως πιστεύει η αριστερή σκέψη, δεδομένου ότι δεν είναι πλέον μόνο το υποκείμενο όπως στο απόγειο του κράτους πρόνοιας, αλλά σήμερα μάλλον η συνέπεια ως εάν φαινομενικά να ήμασταν πίσω στο ελάχιστο κράτος της εποχής του Χομπς.

Είναι η εποχή της "απόλυτης δημοκρατίας 4", που απαγορεύει όλο και περισσότερο τις συμπεριφορές που θεωρούνται επικίνδυνες, ενώ «απελευθερώνει» όλο και περισσότερο τα ήθη. Το νέο νόημα του πολίτη είναι αυτό της υπευθυνότητας με την αρχή αντεστραμμένη. Αυτός που θεωρούνταν χαφιές και συνεργάτης στο πλαίσιο του φασισμού γίνεται ένας απλός επάγρυπνος στην απόλυτη δημοκρατία, που επιτρέπεται να προβεί σε καταγγελία των μεταναστών χωρίς χαρτιά. Σε αντίθεση με αυτό που λένε μερικοί 5, η πρωτοβουλία αυτών των πολιτικών δεν είναι μονομερής πράξη του κράτους, ακριβώς επειδή τα δημοκρατικά-άτομα  και οι νέες μορφές των ενώσεών τους προηγούνται της κλήσης στην ιδιότητα του πολίτη από το κράτος μετατρέποντας οι ίδιοι τις άμεσες και προσωπικές αντιδράσεις τους σε απαιτήσεις του νόμου ή καταθέσεις καταγγελιών όπως δείχνουν επίσης πολλοί κάτοικοι των συνοικιών που δεν ανέχονται πλέον την "ενόχληση" που προκαλείται από τους φτωχούς ή τους μη ενταγμένους, ή με τον τρόπο που μεταχειρίζονται το θέμα του μπούλινγκ. Για παράδειγμα, για το θέμα του φακελώματος, το γεγονός ότι σήμερα, είτε μέσω των νέου τύπου δελτίων ταυτότητας, είτε της κάρτας υγείας, των πιστωτικών καρτών ή των διαφόρων καταναλωτικών καρτών είτε με τη χρήση του e-mail ή των τηλεφώνων τους, το φακέλωμα είναι ευρέως διαδεδομένο ... και έγινε αποδεκτό ως μέρος ενός πάρε-δώσε. Αυτή είναι η αρχή του «καπιταλισμού και της δημοκρατίας ως το λιγότερο κακό σύστημα». Κάθε Δημοκρατικό-άτομο τηρεί τον λογαριασμό και την ισορροπία που καθιερώνει μια αναλογία πλεονεκτημάτων / μειονεκτημάτων. Αυτό κάνει κάθε αγώνα λίγο μάταιο ή τουλάχιστον επί της αρχής. Αυτό συνέβη στον αγώνα ενάντια στο φακέλωμα των παιδιών στο δημοτικό σχολείο στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης του 2008.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο πρέπει να επανατοποθετήσουμε όλα αυτά τα μέτρα, αυτή την πολιτική στο πλαίσιο των νέων διαρθρώσεων της κεφαλαιοποιημένης κοινωνίας και να μην έχουμε την τάση, για παράδειγμα, που παρουσιάζει την ανάπτυξη μιας "κοινωνίας φυλακών" ως την κυρίαρχη ή ακόμη και μοναδική τάση. Αυτό που πρέπει να αναδείξουμε, είναι αυτή η διάρθρωση μεταξύ πολιτικού, κοινωνικού και νομικού με την συχνή μείωση του πολιτικού στο νομικό είτε στο πλαίσιο της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, όπως στην Ιταλία τα «μολυβένια χρόνια» είτε ως μέρος του φιλελευθερισμού που μειώνει τον αγώνα για την ισότητα στον αγώνα κατά των διακρίσεων και υπέρ της ισονομίας. Διάρθρωση επίσης μεταξύ κοινωνικοποίησης, αναπαραγωγής, κυριαρχίας και υποταγής. Τέλος διάρθρωση μεταξύ του τοπικού και του παγκόσμιου, δεδομένου ότι το κράτος δεν θεωρείται ως όργανο της εν λόγω διάρθρωσης όταν μιλάει και ενεργεί με τη μορφή δικτύου. Το όλον μόνο εν μέρει διαμεσολαβείται από τους παλιούς θεσμούς (κρίση του κράτους υπό τη μορφή του έθνους-κράτους), αυτό το όλον φαίνεται σαν ένας Λεβιάθαν που μας είναι εξωτερικός. Θα το αντιμετωπίσουμε σαν να μην συμμετείχαμε στην αναπαραγωγή του, ενώ ακούγονται από κάθε πλευρά φωνές που εγκαλούν το κράτος που δεν πληροί πλέον την προστατευτική του λειτουργία ή κάνουν κλήσεις για συμπεριφορές πολίτη που έχουν ως στόχο την ανοικοδόμηση μιας κοινωνίας των πολιτών για να αποφύγουν να αντικρίσουν κατά πρόσωπο αυτό για το οποίο έχουμε μιλήσει. Σήμερα, η πληροφορικοποίηση του κοινωνικού συνεπάγεται μια αυξανόμενη διαλεκτική μεταξύ των σύγχρονων μορφών ελέγχου ενός κράτος το οποίο χρησιμοποιεί σε μεγάλο βαθμό την τεχνολογία και τον αυτοέλεγχο των δημοκρατικών-ατόμων, σταθερών και αναγνωρισμένων τα οποία συνθέτουν την εργατική κοινότητα. Σ’ αυτήν αντιπαρατίθεται η σημερινή εποχή, αυτή της εξατομίκευσης των κοινωνικών σχέσεων, της κρίσης της εργασίας και της οικογένειας και η αίσθηση ανασφάλειας που προκύπτει.

Τα φαινόμενα των ομάδων, ακόμα και εντός των εξεγέρσεων των προαστίων δεν μπορούν να γίνουν κατανοητά με όρους ταξικών αγώνων, αλλά με όρους συμμοριών, ακόμα και όταν πρόκειται να αντιμετωπίσουν μια αστυνομία που και η ίδια συμπεριφέρεται μερικές φορές σαν συμμορία. Η ανάπτυξη στο φως της ημέρας θρησκευτικών δραστηριοτήτων καθώς ενθαρρύνονται από το κράτος και τους επίσημους εκκλησιαστικούς θεσμούς, όπως και η ανάπτυξη των παράλληλων παράνομων δραστηριοτήτων σε μεγάλο βαθμό ανεκτών από την ίδια την αστυνομία καθώς είναι ευρέως ανεκτές από το κράτος, πηγαίνουν προς την κατεύθυνση μιας σταθεροποίησης, ακόμη και αν δεν γίνονται όλα "ασφαλή". Μέχρι ένα σημείο, οι νόμιμες και παράνομες κοινωνικές δραστηριότητες αντισταθμίζουν εν μέρει την έλλειψη της παραδοσιακής εργασιακής δραστηριότητας.


Από τις Θεωρητικές ελλείψεις στα πρακτικά ολισθήματα


Το κράτος δεν γίνεται αντιληπτό ως ένα συμπύκνωμα της κοινωνίας και ως σύμφυση την οποία προσπαθεί να περιγράψει η θεώρησή μας για την κεφαλαιοποιημένη κοινωνία. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσμα μια επιστροφή στην ιδέα της κοινωνίας των πολιτών σε απόκλιση από το κράτος, την πολιτική και τους διεφθαρμένους πολιτικούς. Αυτή η έλλειψη κριτικής αιχμηρότητας παράγει μια αύξηση αυτού που θα μπορούσε να ονομαστεί ποσοστό αντιστάθμισης με την ανάπτυξη θέσεων κυρίως "αντι",  αντι-Μπερλουσκόνι ή αντι-Σαρκοζί, αντι-καπιταλιστικών χωρίς να είναι πιο συγκεκριμένες, αντι-αμερικανικών, αντι-σιωνιστικών και αντι-φασιστικών. Κάθε επαναστατική προοπτική εμφανίζεται ουτοπική, είμαστε μάρτυρες μιας υποχώρησης πικρόχολης ή αντιθέτως ξέφρενης στους ελάχιστους κοινούς παρονομαστές. Οι κομμουνοταρισμοί αντικαθιστούν τον διεθνισμό, η δυσαρέσκεια αντικαθιστά την ταξική συνείδηση, η καχυποψία αντικαθιστά τον προβληματισμό.

Αυτή η θεωρητική έλλειψη συνοδεύεται από μια πρακτική ολίσθηση όταν κινήματα όπως το αντι-TAV στο Val de Suze ή το NDDL ή εναντίον του σχιστολιθικού φυσικού αερίου τείνουν να παίξουν με το τοπικό ενάντια στο συνολικό, δηλαδή, συγκεκριμένα με την δημοτική εξουσία ενάντια στο κράτος ως εάν οι τοπικές αρχές να μην αποτελούν τμήματα του συνολικού δικτύου. Το παράδοξο είναι ότι συχνά είναι οι ίδιοι άνθρωποι που επέκριναν την "κοινωνία των πολιτών (citizenism)" χθες αυτοί που βάζουν την παλιά φορεσιά σήμερα. Αλλά αν η ιδεολογία δεν συσκοτίζει την άποψή μας, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι αυτό που ήταν ζωντανό στο τοπικό επίπεδο τείνει όλο και περισσότερο να εξαφανιστεί κάτω από την επιρροή των μετασχηματισμών της προαστιοποίησης και αυτό που προκύπτει συχνά δεν είναι παρά ένα αναδημιουργημένο τοπικό, τεχνητό μέσα στην αντίθεσή του με το παγκόσμιο που γίνεται συχνά με τα όπλα και τα μέσα του ίδιου του παγκόσμιου. Αυτή η απεδαφοποίηση συντελείται πάνω σε μια αποτοπικοποιήση ήδη αρκετά προχωρημένη.

Σήμερα, είναι το κράτος με την δικτυακή μορφή του, το οποίο είναι ο θεματοφύλακας του πολλαπλού ... ως μια νέα μορφή του Ενός. Η δράση κατά του κράτους παίρνει τώρα τη μορφή μιας κριτικής και, ενδεχομένως, μιας μάχης ενάντια στις παλαιές θεσμικές διαμεσολαβήσεις που εμφανίζονται ως αντιπροσωπευτικές μιας καθολικής νόρμας που έχει χάσει κάθε προοδευτικό ή απελευθερωτικό νόημα. Είναι η αμεσότητα που παράγεται από τη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, που τείνει να εξασφαλίσει την ισοδυναμία μεταξύ αυτού που είναι της τάξης της ατομικότητας και αυτού που είναι της τάξης της καθολικότητας μέσω του θριάμβου του πολιτιστικού και ιδεολογικού σχετικισμού.

Εδώ και πάλι η επανάσταση του κεφαλαίου πέτυχε και δεν είμαστε μακριά από το «άμεσα κοινωνικό άτομο» που ήταν επιθυμία του Μαρξ.

Όπως το έθνος-κράτος υπήρξε ένα κράτος στρατηγός (και υπήρξε εμφατικά), το κράτος-δίκτυο μπορεί επίσης να είναι ένα κράτος-στρατηγός. Όμως είναι με το δικό του τρόπο, δηλαδή με τη δημιουργία ή την ενεργοποίηση ομάδων και οργανώσεων που θα είναι οι φορείς μιας συγκεκριμένης πολιτικής και ιδεολογικής δράσης. Η δράση του περνά πολύ λιγότερο από θεσμικές διαμεσολαβήσεις του εκπαιδευτικού συστήματος (επιθεωρήσεις, εκπαιδευτικές αρχές, κατευθύνσεις των σχολείων, κατάρτιση των εκπαιδευτικών, διευθυντές καριέρας, αξιολογήσεις, κλπ), αν και δεν τους αντιτίθεται, αλλά περισσότερο επιδιώκει να τις υπερκεράσει. Πράγματι, περνά περισσότερο από την κινητοποίηση ad hoc δικτύων, ομάδων και ατόμων-διαμεσολαβητών. Πρόκειται για μια στρατηγική τύπου πολιτικής και ηθικής εκστρατείας, μια νεο-agitprop δράση κατά κάποιο τρόπο (Το 1954, ο Mendes-France ήταν προάγγελος με την εκστρατεία του «ένα ποτήρι γάλα το πρωί στο σχολείο για όλους τους μαθητές»). Έτσι, η εκστρατεία ABCD που προετοιμάστηκε από μια μικρή μερίδα του κρατικού μηχανισμού (Υπουργείο Δικαιωμάτων των Γυναικών) μαζί με εμπειρογνώμονες που συνδέονταν με ομάδες πίεσης (εδώ τα λόμπυ των έμφυλων θεωριών) και κάποιες ενώσεις «πολιτών» στη συνέχεια θα εισαχθεί στην οργάνωση του σχολείου, στο πρόγραμμά του, στις μεθόδους διδασκαλίας του, κ.λπ. Η θέση του Υπουργείου Παιδείας, το οποίο εδώ έχει μια λειτουργία ρύθμισης και ελέγχου της στρατηγικής, μπορεί να προκαλέσει πολιτικές συγκρούσεις συμφερόντων στην διακυβέρνηση της σοσιαλιστικής εξουσίας.

Ένα σύγχρονο κράτος σήμερα είναι ένα κράτος που γίνεται συμπύκνωση της κοινωνίας με τον ίδιο τρόπο που εκφράζει την σύμφυσή του με το κεφάλαιο 6. Αλλά η διαδικασία της ολοποίησης δεν λαμβάνει τη μορφή ενός νέου Λεβιάθαν ή Big Brother.

Υπάρχει ολοποίηση σε δίκτυο στο οποίο οι δυνάμεις της εξουσίας διαχέονται κεντρομόλα ενώ συσσωρεύονται και συγκεντρώνονται με τρόπο παραδοσιακά φυγοκεντρικό. Το οικολογικό ζήτημα είναι αποκαλυπτικό της νέας λογικής των κρατών. Όποιες και αν είναι οι διαφορές μεταξύ των εθνών-κρατών, αυτά, όταν εξακολουθούν να μετρούν από την άποψη της εξουσίας, επιβεβαιώνουν την κυριαρχία και την εξουσία τους μέσω του ελέγχου της ενέργειας, των περιβαλλοντικών πολιτικών και μην ξεχνάτε, των τροφίμων. Στη Γαλλία, η τεχνική αρμοδιότητα συγκεντρώνεται στο κράτος (το έθνος-κράτος, δεδομένου ότι διαρκεί περισσότερο από οπουδήποτε αλλού, ακολουθώντας τις ιδιαιτερότητες της Γαλλικής Επανάστασης) μέσω κάποιων θεσμών υψηλής αρχής ή δορυφορικών εταιρειών, όπως η EDF ή ινστιτούτων όπως το INRA. Στη Γερμανία υπάρχει μια σύνθετη αλληλεπίδραση μεταξύ των κρατιδίων, του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου, των δήμων και των διοικητικών δικαστηρίων. Η μετάβαση στο κράτος-δίκτυο είναι πιο προηγμένη εκεί καθώς αυτή η πολύπλοκότητα των διασυνδέσεων χρησιμεύει στην συγκέντρωση, την αντιμετώπιση και την σύνθεση των διαφορετικών συμφερόντων. Αλλά σε αυτές τις δύο περιπτώσεις αν και διαφορετικές υπάρχει μια αύξηση της δύναμης των διοικήσεων και των εμπειρογνωμόνων τους, πολλοί από τους οποίους εργάζονται σε διασύνδεση με μεγάλες επιχειρήσεις ή χρηματοπιστωτικά ιδρύματα. Δεν ισχύει το ίδιο στις αγγλοσαξονικές χώρες με τη φιλελεύθερη παράδοση οι οποίες ώθησαν περεταίρω την απορρύθμιση. Το κράτος θα πρέπει επίσης να είναι έντονα παρόν, αλλά όχι για τους ίδιους λόγους. Δεν θα πρέπει να επιβραδύνει τα πράγματα για να αναδειχθεί, διότι ο σκοπός του είναι να επιταχύνει τη διαδικασία κεφαλαιοποίησης ακόμα και εκτός κάθε δημοκρατικής διαδικασίας.


Οι παράδοξες σχέσεις με το κράτος


Παραδόξως, οι υπέρμαχοι και οι πολέμιοι του παρεμβατισμού συναντιούνται πάνω στην αναγκαιότητα της βαρύτητας του κράτους, αλλά ενός μετασχηματισμένου κράτους. Δεν υπάρχει πλέον ζήτημα περί «αυτονομίας» του κράτους ή το αντίστροφο ενός ταξικού κράτους. Ούτε πλέον περί αυτονομίας της κοινωνίας των πολιτών, που είναι εξίσου νεκρή με την πολιτική κοινωνία. Ο αγώνας για τα ανθρώπινα δικαιώματα που υποτίθεται ότι παράγει την διαφορά με το κράτος, την αμφισβήτηση της αυθαιρεσίας καθώς τίθεται ως  θεματοφύλακας του ενός και της κοινωνικής αλλαγής παράγει σήμερα το άτομο της αγοράς και του φιλελευθερισμού με τους πολλούς παρτικουλαρισμούς. Το λιγότερο παράδοξο δεν είναι αυτός που βλέπει σήμερα τους "αγανακτισμένους" να ζητούν "πραγματική δημοκρατία", δηλαδή, την αποκατάσταση της κοινωνίας των πολιτών, αλλά ότι αυτό το αίτημα δεν μπορεί απλά να πραγματοποιηθεί σ’ ένα κράτος που έγινε ο θεματοφύλακας του πολλαπλού.

Η συναίνεση γύρω από τα νέα δικαιώματα που αποτελούν αντικείμενο του νόμου (ο τελευταίος συχνά γίνεται αντιληπτός ως προ-επαναστατικό φυσικό δικαίωμα) αντικαθιστά τον πολίτη (με την έννοια του 1789), αν και ο κρατικιστικός λόγος κάνει ακροβασίες προκειμένου να γίνουν αυτά τα δύο συμβατά.

Το κράτος ξαναβρίσκει μια νομιμότητα αυταρχική, στο βαθμό που είναι επιφορτισμένο να κρατήσει μαζί αυτά τα στοιχεία του πολλαπλού όταν δεν φαίνεται πλέον δυνατό να αποφασίσει μεταξύ αφενός των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων που εντάσσονται στους παραδοσιακούς θεσμούς που αποτελούν το θεμέλιο της κυριαρχίας και αφετέρου των νέων δικαιωμάτων που αμφισβητούν τα παλιά πρότυπα του θεσμισμένου.
Το πέρασμα από το έθνος-κράτος στο κράτος-δίκτυο είναι επομένως κάθε άλλο παρά εύκολη υπόθεση, γιατί όπως έχουμε πει επανειλημμένα, δεν έχουμε να κάνουμε μ’ ένα «σύστημα», ακόμη και αν ο όρος είναι δύσκολο να αποφευχθεί, μόνο για λόγους ευκολίας της γλώσσας. Έτσι, η μορφή έθνος-κράτος και η δημοκρατική μορφή έχουν συμβάλει στην διαμόρφωση και τον έλεγχο των μετασχηματισμών που οδήγησαν από την τυπική κυριαρχία στην πραγματική κυριαρχία του κεφαλαίου, ακόμη και αν έπρεπε να περάσουν μέσα από δύο παγκόσμιους πολέμους και την μαζική καταστροφή των πληθυσμών και των αγαθών. Αλλά σήμερα, η μορφή κράτος-δίκτυο δεν φαίνεται να κινείται με τον ίδιο ρυθμό. Οι μετασχηματισμοί σίγουρα συνεχίζουν αλλά χωρίς οι διαμεσολαβήσεις να παίζουν ακόμα τον συγκολλητικό τους ρόλο που θα μπορούσε να τους δώσει στήριγμα και να αναπτύξουν μια νέα δυναμική. Το καθολικό κοινωνικό συμβόλαιο που ένωσε τις τάξεις, ακόμη και πέρα ​​από τον ανταγωνισμό τους στο πλαίσιο του έθνους εξαφανίζεται στην μορφή δικτύου για να κάνει χώρο σε μια γενικευμένη συμβασιοποίηση αλλά ιδιαιτεροποιημένη σχεδόν κατά περίπτωση και συχνά αποτοπικοποιημένη και αποκεντρωμένη.

Αυτή η χειροπιαστή απουσία ανταγωνισμού και μετωπικών αγώνων είναι αγχωτική για τις κατεστημένες εξουσίες (όποιες κι αν είναι) επειδή η εξουσία τους εμφανίζεται ελάχιστα νομιμοποιημένη: η εικόνα των «απατεώνων αφεντικών» και το «οι πολιτικοί είναι όλοι σάπιοι» μας το υπενθυμίζει. Δεν είναι ότι η εξουσία τους που είναι σεβαστή και για μας που εξακολουθούμε να αντιλαμβανόμαστε ότι ο αγώνας έχει αποστολή να γίνει ένα κίνημα ανατροπής αυτού του κόσμου, είναι η εικόνα της αδυναμίας μας που επικρατεί και αποθαρρύνει: είναι η εξέγερση που (δεν) έρχεται.